Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Το βαμβάκι από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου

Η συμβολή των Ελλήνων στην επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας και στην καθιέρωσή της ήταν καταλυτική για την αιγυπτιακή οικονομία κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Γνωστές ελληνικές οικογένειες της παροικίας της Αλεξάνδρειας και άλλων αιγυπτιακών πόλεων επενέβησαν σε όλα τα στάδια της παραγωγής και θεωρούνταν οι πλέον αξιόπιστοι οργανωτές και διαχειριστές της χρηματοπιστωτικής πλαισίωσης της διαδικασίας παραγωγής, επεξεργασίας και διακίνησης του βαμβακιού.

Οι μεγάλοι ελληνικοί οίκοι της εποχής – αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά τις οικογένειες Τοσίτσα, Κασσαβέτη, Καζούλλη και Ροΐδη- είχαν αποκλειστική ενασχόληση με τα γεωργικά προϊόντα και κυρίως με το σιτάρι, τα κουκιά, το ρύζι και τη ζάχαρη έως το 1860. Ο αμερικανικός εμφύλιος όμως του 1865 ήταν το αποφασιστικής σημασίας γεγονός, που έστρεψε προνομιακά την ειδίκευσή τους στην παραγωγή και επεξεργασία βαμβακιού προκειμένου να αντικαταστήσουν το μερίδιο αγοράς της απολεσθείσας παραγωγής του αμερικανικού προϊόντος.

Έτσι, λοιπόν, οι Έλληνες, για να ανταποκριθούν στην τεράστια αύξηση της ζήτησης, δραστηριοποιήθηκαν έντονα στη διακίνηση και στην εξαγωγή του βαμβακιού. Συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα 1861-1866 μπορεί να χαρακτηριστεί ως η περίοδος άνθησης του βάμβακος στην Αίγυπτο, η οποία επωφελήθηκε με τον καλύτερο τρόπο από το κενό στην ευρωπαϊκή υφαντουργία που προκλήθηκε από τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Με αυτό τον τρόπο το βαμβάκι ήταν όχι μόνο το κυριότερο προϊόν της Αιγύπτου, ανταγωνιζόμενο τα αμερικανικά «Sea Island» και «Fine Florida», αλλά και η βασική δραστηριότητα πλουτισμού της χώρας.

Η ανάπτυξη της παραγωγής βάμβακος της συγκεκριμένης περιόδου αποτέλεσε την αιτία αύξησης του ελληνικού πληθυσμού της Αιγύπτου. Κατά την περίοδο 1867-1879 το βαμβάκι θα εδραιώσει τη δεσπόζουσα θέση του στην αγροτική οικονομία της χώρας με τον τομέα να απασχολεί μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού και να αποτελεί το σπουδαιότερο εξαγώγιμο προϊόν της.

Όλη η ιστορία του αιγυπτιώτικου εμπορίου και της παραγωγής βάμβακος περιγράφεται με τον καλύτερο τρόπο στο βιβλίο της καθηγήτριας του Παντείου Πανεπιστημίου Ματούλας Τομαρά-Σιδέρη με τίτλο ο «Αιγυπτιώτης Ελληνισμός στους δρόμους του βαμβακιού» από τις εκδόσεις Κέρκυρα.

Παρεμβάσεις και ελληνικά επιτεύγματα
Κυρίαρχη μορφή ο Ζερμπίνης στην εφαρμογή τεχνολογίας


Οι Έλληνες βαμβακοκαλλιεργητές που εγκαταστάθηκαν και δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή της Αιγύπτου κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα πραγματοποίησαν πολύτιμες παρεμβάσεις και επιτεύγματα που συνέβαλαν τα μέγιστα στην καθετοποιημένη παραγωγή του βαμβακιού. Το 1871 οι Ιωάννης Καρτάλης και Δημήτριος Γερασίμου, για τη βελτίωση της καλλιέργειας των κτημάτων τους, εφεύραν και εγκατέστησαν την ανυψωτική αντλία.

Με την καινοτομία αυτή οι δύο εφευρέτες εξασφάλισαν τη μεγαλύτερη αποδοτικότητα στην άρδευση, η οποία ήταν ζωτικής σημασίας για ένα προϊόν τόσο υδροβόρο όσο το βαμβάκι.
Λίγα χρόνια αργότερα, ένας άλλος Έλληνας βαμβακοκαλλιεργητής κάνει την εμφάνισή του και καθιερώνεται στον τομέα της διαδικασίας παραγωγής και επεξεργασίας του βαμβακιού, και των εξ αυτού παραγόμενων άλλων προϊόντων. Πρόκειται για τον Ιωάννη Ζερμπίνη που χάρη στην παρέμβασή του στην παραγωγική διαδικασία και στην κατάκτηση ενός ανώτερου πεδίου εφαρμογής τεχνολογικά προηγμένων μεθόδων, εξασφάλισε το βαμβακέλαιο, το σαπούνι και τις ζωοτροφές στην παροικία και στον αιγυπτιακό χώρο, ενώ πολύ γρήγορα άρχισαν και οι εξαγωγές στην Ευρώπη.

Ο Ιωάννης Ζερμπίνης κατοχύρωσε ένα ανώτερο επίπεδο εφαρμογής προηγμένης τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, που εξασφάλιζε την πλήρη εκμετάλλευση όλων των εν δυνάμει προϊόντων. Η καλλιέργεια του βαμβακιού με τις καινούργιες μεθόδους και η εξασφάλιση του βαμβακελαίου, του σαπουνιού και των ζωοτροφών, από τη σύνθλιψη του βαμβακόσπορου, έδωσαν καινούρια διάσταση στην οικονομική ανάπτυξη της Αιγύπτου.

Γεωργική σχολή από την οικογένεια Κασσαβέτη
Τον πρώτο εμπορικό οίκο της Αλεξάνδρειας και της Αιγύπτου σύστησε, σύμφωνα με τον λόγιο Γεώργιο Κοζάκη, η οικογένεια Κασσαβέτη.

Η οικογένεια ασχολούμενη αρχικά με το γενικό εμπόριο διακρίθηκε πολύ γρήγορα για τις επιχειρηματικές ικανότητες και παραχώρησε ευγενικά την έκταση για τη δημιουργία της πρώτης Γεωργικής Σχολής στην περιοχή του Αϊδινίου.

Άτομο ανήσυχο ο Δημήτριος Ι. Κασσαβέτης ασχολήθηκε αρχικά με το εμπόριο υφασμάτων έχοντας έδρα του την Αλεξάνδρεια. Με την οικονομική υποστήριξη του πατέρα του Ιωάννη, που ήταν εγκατεστημένος στη Σύρο, πολύ γρήγορα διεύρυνε το εμπορικό του πεδίο. Ασχολήθηκε με το εμπόριο σιτηρών, βάμβακος, τα αιγυπτιακά μαλλιά αλλά και την ατμοπλοΐα.

Η πρώτη Γεωργική σχολή
Ο Αλέξανδρος Κασσαβέτης που ήταν γιος του Δημητρίου και το 1887, επί κυβερνήσεως Τρικούπη, δώρισε το κτήμα της οικογένειας στο Δημόσιο. Το κτήμα του οποίου η έκταση ήταν 27.000 στρμ., βρισκόταν στην περιοχή του Αϊδινίου. Εκεί, το 1888 ιδρύθηκε η πρώτη Γεωργική Σχολή, στην οποία φοίτησαν 20 μαθητές. Η ίδρυσή της ανταποκρίθηκε σε ένα ώριμο αίτημα των καιρών. Το 1924, η Σχολή έδωσε τη θέση της σε άλλη λειτουργία και ο χώρος της έκτοτε στεγάζει το Κασσαβέτειο σωφρονιστικό ίδρυμα.


Ερευνητικό κέντρο Παραχειμώνα

 Οι αδελφοί Ζαφείρης και Αντώνιος Παραχειµώνας καταγόµενοι από τη Ζαγορά του Πηλίου εγκαταστάθηκαν το 1890 στην Αίγυπτο και ασχολήθηκαν µε την καλλιέργεια και την εµπορία του βαµβακιού. Ο γιος του Ζαφείρη, Νικόλαος Παραχειµώνας, αφού πραγµατοποίησε σπουδές Γεωπονικής στο Μονπελιέ της Γαλλίας επέστρεψε το 1894 στην Αίγυπτο. Ο Νικόλαος µπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας ακούραστος καλλιεργητής  που επιδόθηκε όχι µόνο στην καλλιέργεια αλλά και στη διασταύρωση προκειµένου να δηµιουργήσει ένα νέου είδους βαµβακιού ανώτερο των προηγούµενων. Στην περιοχή Ζανκαλόν όπου διατηρούσε ιδιωτικό ερευνητικό κέντρο δηµιούργησε και αξιολόγησε περίπου δύο χιλιάδες ποικιλίες. Εισήγαγε δηλαδή µία κουλτούρα καινοτοµίας στην οικονοµία της Αιγύπτου που επί χιλιάδες χρόνια λειτουργούσε µε τον ίδιο τρόπο. Η πρώτη του επιτυχία ήταν το 1904, όταν παρουσίασε την ποικιλία Νουµπάρι, προς τιµήν του µεγάλου γεωπόνου Βογός Νουµπάρ πασά και αµέσως µετά την ποικιλία «Κίρκη» προς ανάµνηση των περιπετειών του µυθικού Οδυσσέα. Το «Νουµπάρι» θεωρήθηκε για πολλά χρόνια ανώτερο των προηγούµενων ποικιλιών, παρά ταύτα ο Νικόλαος Παραχειµώνας µετά από συνεχείς έρευνες παρουσίασε το 1918-9 δύο νέες ποικιλίες µε τις ονοµασίες «Ζαγορά» και «Πήλιον». Ο ερευνητής επέλεξε τις συγκεκριµένες ονοµασίες, για να τιµήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του.    

Τα μακινέτα και η διαδικασία εκκόκκισης
Ο Θ. Ράλλης πρώτος εγκατέστησε ατμοκίνητη εκκοκκιστική μηχανή

Στα πρώτα χρόνια της καλλιέργειας του βαμβακιού στην Αίγυπτο για τον εκκοκκισμό του βαμβακιού χρησιμοποιούνταν χειροκίνητα μακινέτα που είχε φέρει από την Ευρώπη ο Μωχάμετ Άλη. Οι ομογενείς έμποροι αγόρασαν πολλά από αυτά και ίδρυσαν τα πρώτα εκκοκκιστήρια βάμβακος, τις βαμβακομηχανές όπως τις αποκαλούσαν. Το 1860 πρώτος ο Θεόδωρος Ράλλης εγκατέστησε στο χωριό Τάλχα, στις όχθες του Νείλου, κοντά στη Μανσούρα, ατμοκίνητη εκκοκκιστική μηχανή που είχε προμηθευτεί από τον αμερικανικό οίκο «Platt Brothers» που τη χρησιμοποιούσαν για τον εκκοκκισμό των αμερικανικών βαμβακιών. Η μηχανή αυτή περιλάμβανε 20 μακινέτα που λειτουργούσαν με ατμό και διέθεταν πιεστήριο για την πίεση και το δέσιμο των δεμάτων προκειμένου να διευκολύνεται η μεταφορά τους στο Minet-El-Bassal, που λειτουργούσε κατ’ αναλογία με εκείνα του Λίβερπουλ και της Νέας Υόρκης. O Θεόδωρος Ράλλης χρειάστηκε μάλιστα να τροποποιήσει τα συγκεκριμένα μακινέτα για να τα προσαρμόσει στις ιδιαιτερότητες του αιγυπτιακού βάμβακος, που είχε μακρότερες ίνες από το αμερικανικό.

Η «σάλα των μακινέτων» αποτελούσε το κύριο σώμα των εκκοκιστηρίων και ήταν μία μεγάλη στενόμακρη αίθουσα. Σε όλο της το μάκρος δύο σειρές από «μακινέτα» αντικρίζονταν ζευγαρωτά. Στο φαρδύ διάδρομο που σχηματιζόταν ανάμεσα στις δύο σειρές, πηγαινοερχόταν πάνω σε ράγες ένας ξύλινος αραμπάς που ήταν τετράγωνος και βαθύς και τον έσπρωχναν δύο άτομα και δύο άλλα πήγαιναν μπρος αρπάζοντας αγκαλιές το εκκοκκισμένο βαμβάκι που χυνόταν κυματιστό μπροστά σε κάθε μακινέτο, το πέταγαν μέσα στον αραμπά και προχωρούσαν στο επόμενο. Πίσω από κάθε μακινέτο έστεκε ένα άτομο. Το καθένα τροφοδοτούσε κι ένα μακινέτο, έσκυβε στο σωρό του «ένσπορου» βαμβακιού που βρισκόταν στοιβαγμένο από πίσω του. Έπαιρνε μια αγκαλιά βαμβάκι, ορθωνόταν και γύριζε και το έριχνε μέσα στο μακινέτο. Ύστερα έστεκε, το παρακολουθούσε και το κανόνιζε με το χέρι του ώσπου να «φαγωθεί», σιγά-σιγά, από το μαχαίρι που ανεβοκατέβαινε και χώριζε το σπόρο από το βαμβάκι. Ο σπόρος έπεφτε κάτω στο ισόγειο και το «εκκοκκισμένο» χυνόταν κύμα μπροστά στο μακινέτο όπου το μάζευαν μέχρι να φτάσει ο αραμπάς στην άκρη της σάλας που είχε γεμίσει και το άδειαζαν μέσα στη «φαρφάρα» που ήταν ένα ειδικό εκκοκκιστικό μηχάνημα.

Κυρίαρχοι οι Έλληνες στις εξαγωγές
Το βαμβάκι αντιπροσώπευε το 80% των συνολικών εξαγωγών της Αιγύπτου

Η ιστορία του αιγυπτιακού βαμβακεμπορίου συμπορεύεται με την ερευνητική, παραγωγική και εμπορική σταδιοδρομία ορισμένων επιφανών Ελλήνων επιχειρηματιών. Η οικονομική λειτουργία των Ελλήνων στην Αίγυπτο αναπτύχθηκε κυρίως στους τομείς της παραγωγής και του εμπορίου βάμβακος. Στο πρώτο τέταρτο μάλιστα του 20ού αιώνα (1901-1928), η ποσοστιαία συμμετοχή των Ελλήνων εξαγωγέων αντιστοιχούσε στο 22,7% του συνόλου των εξαγωγών.

Όπως παρατηρούμε στον πίνακα σημαντικότατο μέρος των εξαγωγών (18,37%) στις αρχές του 20ού αιώνα βρισκόταν στα χέρια πέντε Ελλήνων επιχειρηματιών (Χωρέμης, Μπενάκης, Καζούλλης, Σαλβάγος, Ροδοκανάκης), που ήταν κορυφαίοι στην παραγωγή και στην εμπορία του βαμβακιού.

Στους Έλληνες το ένα τέταρτο των εξαγωγών
Όταν μάλιστα σκεφτούμε πως το βαμβάκι αντιπροσώπευε το 80% των ολικών εξαγωγών της Αιγύπτου, αντιλαμβανόμαστε τη θέση των Ελλήνων αυτών στην οικονομία της χώρας, αφού περίπου το ένα τέταρτο των εξαγωγών βρισκόταν στα χέρια τους. Συγκεκριμένα την πρώτη θέση είχαν οι Έλληνες επιχειρηματίες Χωρέμης και Μπενάκης.

Ο Ιωάννης Χωρέμης γεννήθηκε το 1827 στη Χίο και είχε μεγάλο επιχειρηματικό πνεύμα. Είχε ειδικευτεί στο εμπόριο βάμβακος και είχε συνεργαστεί με τον Εμμανουήλ Μπενάκη ιδρύοντας το 1876 τον εξαγωγικό οίκο «Χωρέμη-Μπενάκη». Ο Εμμανουήλ Μπενάκης πάλι, που καταγόταν από τη Μεσσηνία, είχε παντρευτεί τη Χιώτισσα Βιργινία Χωρέμη που ήταν αδελφή του Ιωάννη και ανέπτυξε εξαιρετική επιχειρηματική ικανότητα.

Τα δύο αυτά πνεύματα άσκησαν κολοσσιαία επιρροή στο αιγυπτιακό εμπόριο και στην κίνηση της παγκόσμιας βαμβακαγοράς. Με κέντρο δράσης το λιμάνι της Τεργέστης, εξήγαν βαμβάκι στα κυριότερα κέντρα κατανάλωσης βαμβακιού όλου του κόσμου, στη Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία, Γερμανία, Ελβετία, Αυστρία, Ισπανία μέχρι στις Ινδίες και την Ιαπωνία.

Η σημασία του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Αλεξανδρείας

Αμέσως μετά τον κολοσσό ΧωρέμηΜπενάκη στον πίνακα διακρίνονται αγγλικές, γαλλικές και ελβετικές εταιρείες καθώς και ονόματα άλλων ξένων παροίκων της πολυπολιτισμικής τότε Αιγύπτου. Διακρίνονται επίσης ονόματα Τραπεζών (Οθωμανική, Αγγλο-Αιγυπτιακή, Αιγυπτιακή) που συμμετείχαν στην εξαγωγή του βαμβακιού αλλά και τα ονόματα των Ελλήνων Ν.Γ. Καζούλλη και Π. Ροδοκανάκη, που είχαν αναλάβει μεγάλο μέρος του εξαγωγικού εμπορίου του αιγυπτιακού βαμβακιού. Το γεγονός δε ότι τόσο η Οθωμανική όσο και η Αγγλο-Αιγυπτιακή αλλά και η Αιγυπτιακή Τράπεζα συμμετέχουν στο Ελληνικό Εμπορικό Επιμελητήριο Αλεξανδρείας καταδεικνύει την αναγκαιότητα και το σημαντικό ρόλο που είχε ο ελληνικός αυτός οργανισμός μέσα στην Αιγυπτιακή χώρα. Στην πορεία του χρόνου εμφανίσθηκαν στην Αίγυπτο και άλλοι Έλληνες έμποροι μεταξύ των οποίων διακρίθηκαν οι: Κων/νος Ζερβουδάκης, Κων/νος Σαλβάγος, Μάξιμος Δαμιανός, αδελφοί Πηλαδάκη και Στρατή.

Οι Έλληνες παρείχαν την κατάλληλη ενημέρωση στους Αιγύπτιους φελάχους σχετικά με τους τρόπους καλλιέργειας του μακρόκλωστου «Sea Island», της ποικιλίας «Jumel» και της ποικιλίας «Σάκελ», ώστε να εξασφαλίζουν τη μέγιστη παραγωγική απόδοση. Έτσι παρά το γεγονός πως η παγκόσμια βαμβακοπαραγωγή σε δέματα το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα κατέτασσε την Αίγυπτο στην τρίτη θέση, μετά την Αμερική και τις Ινδίες, φαίνεται ότι το αιγυπτιακό βαμβάκι διατηρούσε ιδιαίτερη θέση στην προτίμηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας λόγω των εξαιρετικών ιδιοτήτων της κλωστής του.

Στην προτίμηση της ευρωπαϊκής αγοράς για το Αιγυπτιακό βαμβάκι συνέβαλαν αποκλειστικά οι νέες ποικιλίες που δημιουργήθηκαν, κυρίως από τους Έλληνες παραγωγούς, και που διαχρονικά αντικατέστησαν τις προηγούμενες.

Η ΕΞ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΟΛΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΗ ΒΑΜΒΑΚΟΣ

Από 1ης Σεπτεμβρίου 1901 έως 31ης Αυγούστου 1902
Εταιρείες Αριθμός δεμάτων
Χωρέμης Μπενάκης και Σία
122.440
Αδελφοί Κάρβερ και Σία
110.385
Πήλ. Και Σία
79.190
Ανώνυμος Εταιρεία
του Εμπορίου

διάδοχος του οίκου
Φρωζέ και Σία
72.965

P. και Ο. Λίνδερμαν
72.381
Ι. Πλάντα και Σία
71.771
Φ.Κ. Μπέηνς και Σία
54.215
Μόχρ και Φένδρελ
34.877
Γ. Ρήκεν
29.241
Ε. Μάλισον και Σα
28.790
Γ. Γκέτη και Σία
22.734
Ν. Γ. Καζούλλης
21.864
Χ. Μπινδερνάγελ
17.324
Φ. Άνδρες και Σία
15.655
Μπέρτς και Σία
12.328
Γ. Μπάουερ και Υιοί
11.961
Σμίτ και Σία
11.323
Σελήμ Ταουήλ
10.885
Οθωμανική Αυτοκρατ.
Τράπεζα
6.768
Π. Ροδοκανάκης και Υιοί
6.764
Κ.Μ. Σαλβάγος και Σία
6.400
Μπεχώρ Μπαρκή
4.601
Αδελφοί Κατάουϊ
4.094
Β.Ι. Κούρη και Σία
3.724
Άγγλο-Αιγυπτιακή Τράπεζα
3.216
Αιγυπτιακή Τράπεζα
2.784
Υιοί Ρόλο και Σία
2.274
Ροδοκανάκης και Σία
1.245
Διάφοροι
21.594
Το όλον
863.793

Επιμέλεια: Γιώργος Ξένος
Από το 338ο φύλλο της εφημερίδας Agrenda


Πηγη: www.agronews.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου